Immagini della pagina
PDF

επί την ηδονήν ώθoύντο άν, και εμιμούντο άπαντες τον Διονύσιον, ος μέχρι μεν της νόσου ήλπιζεν ωφελήσει τι αυτόν τους περί της καρτερίας λόγους, επει δε ήλγησε και ενόσησε και ο πόνος αληδέστερος αυτού καθίκετο, ιδών το σώμα το εαυτού αντιφιλοσοφούν 5τή στοά και ταναντία δογματίζον αυτό μάλλον ή τούτοις επίστευσε, και έγνω άνθρωπος ών και ανθρώπου σώμα έχων, και διετέλεσεν ουχ ώς ανδριάντι αυτό χρώμενος, ειδώς ότι ος αν άλλως λέγη και ηδονής κατηγορή, λόγοισι χαίρει, τον δε νούν εκείσ' έχει. είρηκα, υμείς δ' επί τούτοις ψηφοφορήσατε. 22 ΣΤΟΑ. μηδαμώς, αλλ' ολίγα μοι συνερωτήσαι επιτρέψατε. ΕΠΙΚ. ερώτησoν αποκρινούμαι γάρ. ΣΤΟΑ. κακόν ηγή τον πόνον,

[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

βάρβαρον έτι την φωνήν και μόνον ουχί κάνδυν ενδεδυκότα ες τον Ασσύριον τρόπον, περί την Ιωνίαν ευρoύσα πλαζόμενον έτι και ότι χρήσαιτο έαυτό ουκ ειδότα, παραλαβούσα επαίδευσα και επει έδόκει μοι ευμαδης είναι και ατενές οράν ες εμέ (υπέπτησσε γαρ 5 τότε και έδεράπευε και μόνην εδαύμαζεν), απολιπούσα τους άλλους οπόσοι εμνηστεύοντό με πλούσιοι και καλοί και λαμπροί τα προγονικά, τώ αχαρίστω τούτω εμαυτην ενεγύησα πένητι και αφανεί και νέω, προίκα ου μικράν επεσενεγκαμένη, πολλούς και θαυμασίους λόγους, είτ’ αγαγούσα αυτόν ες τους φυλέτας τους εμούς 10παρενέγραψα και αστόν απέφηνα, ώστε τους διαμαρτάνοντας της εγγύης αποπνίγεσδαι, δόξαν δε αυτό περινοστείν επιδειξομένω του γάμου την ευποτμίαν, ουδε τότε απελείφδην, αλλά πανταχού επομένη, άνω και κάτω περιαγομένη, κλεινόν αυτόν και αοίδιμον επoίoυν κατακοσμούσα και περιστέλλουσα και τα μεν επί της Ελλάδος 15και της Ιωνίας μέτρια ες δε την Ιταλίαν αποδημήσαι θελήσαντι αυτό τον Ιόνιον συνδιέπλευσα, και τα τελευταία μέχρι της Κελτικής συναπάρασα ευπορείσδαι εποίησα και μέχρι μεν πολλού πάντα μοι επείδετο και συνήν αεί, μηδεμίαν νύκτα απόκοιτος γινόμενος παρ' 28 ημών επει δε ικανώς επεσιτίσατο και τα προς ευδοξίαν ευ έχειν 20 αυτό υπέλαβε, τάς οφρύς επάρας και μέγα φρονήσας εμού μεν ημέλησε, μάλλον δε τέλεον είασεν, αυτός δε τον γενειήτην εκείνον, τον από του σχήματος, τον διάλογον, φιλοσοφίας υιόν είναι λεγόμενον, υπεραγαπήσας μάλ' ερωτικώς πρεσβύτερον αυτού όντα, τούτω σύνεστι, και ουκ αισχύνεται την μεν ελευθερίαν και το άνετον των 25εν εμοί λόγων συντεμών, ες μικρά δε και κομματικά ερωτήματα κατακλείσας εαυτόν, και αντί του λέγειν ότι βούλεται μεγάλη τη φωνή, βραχείς τινάς λόγους αναπλέκων και συλλαβίζων, αφ’ ών αδρόος μεν έπαινος ή κρότος πολύς ουκ αν απαντήσειεν αυτό, μειδίαμα δε παρά των ακουόντων και το επισείσαι την χείρα εντός 30των όρων και μικρά επινεύσαι τη κεφαλή και επιστενάξαι τοις λεγομένοις, τοιούτων ήράσδη ο γενναίος, εμού καταφρονήσας. φασί δε αυτόν μηδε προς τον ερώμενον τούτον ειρήνην άγειν, αλλ' οίμαι, 29 και ες εκείνον υβρίζει, πως ούν ουκ αχάριστος ούτος και ένοχος τοις περί της κακώσεως νόμοις, ος την μεν νόμω γαμετήν, παρ' ής 35 τοσαύτα είληφε και δι' ην ένδοξός εστιν, ούτως ατίμως απέλιπε, καινών δ' ώρέχδη πραγμάτων, και ταύτα νύν, οπότε μόνην εμέ θαυμάζουσι και επιγράφονται άπαντες προστάτιν εαυτών, αλλ' εγώ μεν αντέχω τοσούτων μνηστευόντων, και κόπτουσιν αυτοίς την θύραν και τούνoμα επιβοωμένοις μεγάλη τη φωνή ούτε ανοίγειν ούτε υπα40κούειν βούλομαι ορώ γάρ αυτούς ουδέν πλέον της βοής κομίζοντας

[ocr errors]
[ocr errors]

μειαν ή ες το Λύκειον ελθόντα τό βελτίστω τούτω διαλόγω συμ-40

[ocr errors][ocr errors]

λογος επί των αυτών λέγε, υμείς δε περιμείνατε, διπλασίονα αποισόμενοι τον μισθόν επ' αμφοτέραις ταις δίκαις. 10 ΔΙΑΔ. εγώ δέ, ώ άνδρες δικασταί, μακρους μεν αποτείνειν ουκ αν έβουλόμην τους λόγους προς υμάς, αλλά κατά μικρον ώσπερ είωδα όμως δε ώς νόμος εν τοις δικαστηρίοις, ούτω ποιήσομαι την κατηγορίαν, ιδιώτης παντάπασι και άτεχνος των τοιούτων ών. και μοι τούτο έστω προς υμάς το προοίμιον. α δε ήδίκημαι και 15περιύβρισμαι προς τούτου, ταύτά έστιν, ότι με σεμνόν τέως όντα και δεών τε πέρι και φύσεως και της των όλων περιόδου σκοπούμενον, υψηλόν άνω που των νεφών αεροβατούντα, ένδα ο μέγας εν ουρανώ Ζευς πτηνόν άρμα ελαύνων φέρεται, κατασπάσας αυτός ήδη κατά την αψίδα πετόμενον και αναβαίνοντα υπέρ τα νώτα 20 του ουρανού, και τα πτερα συντρίψας ισοδίαιτον τοις πολλοίς εποίησεν, και το μεν τραγικόν εκείνο και σωφρονικόν προσωπείον αφειλέ μου, κωμικόν δε άλλο και σατυρικόν επέδηκέ μοι και μικρού δείν γελοίον, είτά μοι ες το αυτό φέρων συγκαθείρξε το σκώμμα και τον ίαμβον και κυνισμόν και τον Εύπολιν και τον 2, Αριστοφάνην, δεινούς άνδρας επικερτομήσαι τα σεμνά και χλευάσαι τα ορδώς έχοντα τελευταίον δε και Μένιππόν τινα των παλαιών κυνών μάλα υλακτικόν, ώς δοκεί, και κάρχαρον ανορύξας, και τούτον επεσήγαγέ μοι φοβερόν τινα ώς αληθώς κύνα και το δήγμα λαθραίον, όσω και γελών άμα έδακνεν, πώς oύν ου δεινά ύβρισμαι 30μηκέτ' επί του οικείου σχήματος διαμένων, αλλά κωμωδών και γελωτοποιών και υποδέσεις αλλοκότους υποκρινόμενος αυτό, το γαρ πάντων ατοπώτατον, κράσίν τινα παράδοξον κέκραμαι, και ούτε πεζός ειμι ούτ' επί των μέτρων βέβηκα, αλλ' ιπποκενταύρου δίκην σύνθετόντι και ξένον φάσμα τους ακούουσι δοκώ. 34 ΕΡΜ. τί ούν προς ταύτα ερείς ώ Σύρες ΣΥΡ. απροσδόκητον, ώ άνδρες δικασταί, των αγώνα τούτον αγωνίζομαι παρ' υμίν, πάντα γούν μάλλον αν ήλπισα ή τον διάλογον τοιαύτα ερείν περί εμού, ον παραλαβών εγώ σκυθρωπόν έτι τοις πολλοίς δοκούντα και υπό των συνεχών ερωτήσεων κατεσκληκότα, 40και διά τούτο αιδέσιμον μεν είναι δοκούντα, ου πάντη δε ήδύν

« IndietroContinua »